Ο πρώτος χρόνος κυβερνητικής θητείας της Ν.Δ. ήταν μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία, συμφωνούν τώρα οι περισσότεροι. Το επιβεβαίωσε, άλλωστε, η συνέντευξη του κ. Καραμανλή. Όσοι ανέμεναν ή προσδοκούσαν ένα λόγο καθαρό, ελπιδοφόρο και οραματικό σίγουρα απογοητεύτηκαν. Η αμηχανία που διέκρινε κανείς στα πρόσωπα υπουργών και βουλευτών, αμέσως μετά τη συνέντευξη, ήταν χαρακτηριστική. Ο Πρωθυπουργός έδειχνε επαναλαμβανόμενος, ωσάν να προσέρχονταν σε προεκλογική συγκέντρωση, λες και δεν είχε περάσει ένας χρόνος δικής του κυβερνητικής ευθύνης.
Επί μιάμιση ώρα ο κ. Καραμανλής απέδειξε ότι το κενό της πολιτικής του δεν είναι τυχαίο. Το εκφράζει περισσότερο από όλους ο ίδιος. Τα επικοινωνιακά του τεχνάσματα δεν στάθηκαν ικανά να κρύψουν το αυτονόητο. Ότι δηλαδή είναι Πρωθυπουργός και όχι υποψήφιος πρωθυπουργός. Μια συμπεριφορά που - ένα χρόνο τώρα - τον οδήγησε να καταστήσει ως κεντρική πολιτική του επιλογή την πολιτική της απραξίας. Θα έλεγε κανένας ότι η συνέντευξη αυτή ήταν η πιο μελαγχολική συνέντευξη Πρωθυπουργού εδώ και πολλά χρόνια. Ο κ. Καραμανλής έκανε τη χειρότερη εμφάνιση της πολιτικής του καριέρας.
Με αμήχανο τρόπο παρέκαμψε την αθέτηση όλων αυτών που υποσχέθηκε. Και υποσχέθηκε τόσα πολλά σε τόσους πολλούς, ασχέτως αν τους απογοήτευσε όλους τόσο γρήγορα. Το χειρότερο από όλα ήταν ότι για τον εαυτό του επιφύλαξε το ρόλο του «Πόντιου Πιλάτου». Τις ευθύνες της δωδεκάμηνης κυβερνητικής του θητείας τις απέδωσε με απίστευτη ευκολία και επιπολαιότητα στους άλλους, τους «κακούς».
Διακατεχόμενος ακόμη από το σύνδρομο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνέχισε να εξαγγέλλει το αυτονόητο: να γενικολογεί επί του ειδικού και να μιλάει πολύ για να πει, τελικώς, ελάχιστα. Για μια ακόμη φορά παρελθοντολόγησε με στόχο να αποφύγει οφειλόμενες δεσμεύσεις. Τόνισε με έμφαση - τις περισσότερες φορές ηθικολογώντας - το τι πρέπει να κάνουμε όλοι μαζί, χωρίς να εξηγήσει το πώς θα το κάνει η κυβέρνησή του.
Οι υποσχέσεις για επανίδρυση του κράτους, ενίσχυση του εισοδήματος των μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων, αύξηση των δαπανών για την παιδεία και την υγεία, πάταξη της ανεργίας και της ακρίβειας, περήφανη εξωτερική πολιτική και τόσα άλλα, στην πραγματικότητα σήμαιναν εξαπάτηση διακοσίων πενήντα χιλιάδων συμβασιούχων, μείωση των μισθών και των συντάξεων, περικοπές στις δαπάνες του κοινωνικού κράτους, υπονόμευση της διεθνούς θέσης της χώρας, επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μείωση της απορροφητικότητας των κονδυλίων του 3ου Κ.Π.Σ. Το μόνο που ο κ. Καραμανλής υποσχέθηκε, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, ήταν ακόμη δύο χρόνια σκληρής λιτότητας. Για τον ίδιο και την κυβέρνησή του η οικονομία αναδεικνύεται «αχίλλειος πτέρνα». Όπως και στην ατυχή τριετία 1990 -1993 από το μοιραίο αυτό χώρο για τη Ν.Δ θα ξεκινήσει και πάλι η μεγάλη αμφισβήτηση και ανατροπή.
Αντί εμπιστοσύνης και ισχύος η συνέντευξη του Πρωθυπουργού μετέδωσε αδυναμία, δυσχέρεια, μιζέρια και απαισιοδοξία. Οι πολίτες δεν προσδοκούν αυτά από τον Πρωθυπουργό τους. Ούτε, προφανώς, η ελληνική κοινωνία αξίζει μια τέτοια υποβάθμιση, όταν μάλιστα στις δύσκολες και κρίσιμες εξετάσεις του περασμένου καλοκαιριού πέρασε με άριστα.
Ο κ. Καραμανλής, θελημένα ή αθέλητα, μπέρδεψε στη συνέντευξή του τις κυβερνητικές ανεπάρκειες με τις προοπτικές της χώρας. Αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Οι πολίτες αξιολόγησαν τη συνέντευξη του Πρωθυπουργού όχι ως απολογισμό κυβερνητικής θητείας, αλλά ως ατυχή προσπάθεια να αμβλύνει τη βαθιά απογοήτευση που κυριαρχεί στο λαό από την απραξία και την αναξιοπιστία της κυβέρνησής του. Γι΄αυτό και ο απολογισμός κατέληξε σε απολογία.