Η προσφορά και ζήτηση της νέας γνώσης λειτουργούν, πλέον, υπό τους όρους που θέτει ο ανταγωνισμός σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην ανάδυση της ΄΄Κοινωνίας της γνώσης΄΄ οι πολίτες θα πρέπει να ενθαρρύνονται και να διευκολύνονται δια βίου και με κάθε τρόπο προκειμένου να κατακτούν γνώσεις και δεξιότητες, ώστε να είναι σε θέση να προσαρμόζονται στις ταχύτατες οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις.
Αν, όμως, οι σύγχρονες κοινωνίες δεν επιτύχουν να εξασφαλίσουν συνθήκες ισότιμης πρόσβασης στη γνώση και στην απόκτησή της, τότε κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με ένα διευρυμένο κοινωνικό χάσμα, μία μείζονα κοινωνική απειλή. Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, ηλικιακές, πολιτισμικές και γεωγραφικές ομάδες, θα κινδυνεύσουν να οδηγηθούν στον αποκλεισμό και έτσι θα αποτελέσουν «νησίδες απομόνωσης». Βιώσαμε, ήδη, τα αποτελέσματα αυτού του φαινομένου στη Γαλλία.
Οι μετασχηματισμοί που οδηγούν στην Κοινωνία της Γνώσης δεν περιορίζονται μόνο στον τομέα της οικονομίας. Η ευημερία μιας κοινωνίας εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την ικανότητά της να παράγει και να διαχέει τη γνώση με αποτελεσματικό τρόπο, στις διάφορες μορφές της. Αποτελεί θεμελιακό πολιτιστικό πρότυπο-διακύβευμα, που μπορεί να εξασφαλίζει την πολιτιστική και κοινωνική νομιμότητά της, εφόσον συνδέεται θεμελιακά με τους προσανατολισμούς της κοινωνίας και εφόσον εξασφαλίζονται οι συνθήκες κοινωνικής δικαιοσύνης για την απόκτησή της.
Αυτή η κοινωνική αντίληψη για τη γνώση επηρεάζει τους προσανατολισμούς της εκπ/κής πολιτικής. Η κατάκτηση της γνώσης και του μηχανισμού απόκτησής της δεν αποτελούν ατομική επιλογή ή μοναχική επιδίωξη. Συνδέονται με την οργάνωση, ως κοινωνικού αγαθού, ενός σύγχρονου, και υψηλού επιπέδου εκπ/κού συστήματος, που θα μπορεί να αντεπεξέρχεται στις απαιτητικές συνθήκες του διεθνούς ανταγωνιστικού περιβάλλοντος και θα παρέχει ίσες δυνατότητες και ίσες ευκαιρίες σε όλους: όχι μόνο στους έχοντες, στους ικανούς και στους προικισμένους, αλλά σε κάθε πολίτη σύμφωνα με τις δυνατότητες, τις κλίσεις και τις δεξιότητές του.
Οι διαδικασίες μέσα από τις οποίες οι κοινωνίες μας θα επιδιώξουν να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται, συνδέονται στενά με το νέο ρόλο του βασικού εκπ/κού θεσμού που διαθέτουμε, του σχολείου. Δεν μπορεί κανείς πλέον να αγνοήσει στοιχεία που αποδεικνύουν το «τέλος εποχής» για το μοντέλο του «παραδοσιακού σχολείου». Βασικό αίτιο είναι η απαξίωση, με γοργούς ρυθμούς, του κυρίαρχου μοντέλου με βάση το οποίο λειτουργεί το σχολείο μέχρι σήμερα, απαξίωση η οποία καθίσταται ολοένα και πιο ορατή στις νέες κοινωνικές συνθήκες και αφορά: α) τον υποχωρούντα ρόλο του σχολείου ως κύριας πηγής γνώσης στο ραγδαία αναπτυσσόμενο επικοινωνιακό περιβάλλον, β) τη συνεχώς αυξανόμενη αξία της γνώσης, γ) την ταχύτατη σώρευση τεράστιου όγκου πληροφορίας και την εξίσου ίσου ραγδαία απαξίωση μέρους της, ως παρωχημένης, δ) την εμπέδωση παγκοσμιοποιημένων ταυτοτήτων και ε) την πίεση για κοινωνική ανταποδοτικότητα του αγαθού της γνώσης.
Ανακύπτει, λοιπόν, το ερώτημα: Ποιο θα είναι το μοντέλο του σχολείου το οποίο μπορεί να εγγυηθεί ισότιμη, ισόρροπη, ποιοτική και αποτελεσματική συμμετοχή στην εκπαίδευση και στη μόρφωση.
Στον προβληματισμό για τη διατύπωση πιθανών σεναρίων για την προοπτική του σχολείου ως θεσμού ο ΟΟΣΑ έχει διατυπώσει τρία σενάρια:
1. Διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης. Το σενάριο αυτό διαπνέεται από την επιφυλακτικότητα στην καινοτομία και στην αλλαγή και οδηγεί σε παρεμβάσεις ΄΄πυροσβεστικού τύπου΄΄ για την απορρόφηση των κραδασμών από χρονίζοντα προβλήματα.
2. Επανασχεδιασμός για την αναδιαμόρφωση του σχολείου. Στο σενάριο αυτό το σχολείο ανοίγει στην κοινωνία για να αποτελέσει τον πόλο συσπείρωσης του κοινωνικού ιστού. Αποτελεί σημείο αναφοράς του μαθητή για την ανάπτυξη μιας συνεκτικής ταυτότητας , μεριμνώντας για τις προσωπικές του επιδιώξεις και ενδιαφέροντα, για τη σχέση του με τον κόσμο, αλλά και την τοπική κοινωνία. Ταυτοχρόνως, συνιστά θεσμό που διαπνέεται από αμφίδρομη σχέση με τις πολιτιστικές, μορφωτικές και κοινωνικές ανάγκες του πολίτη ως γονέα, αλλά και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου. Με λίγα λόγια το ανοιχτό σχολείο αποτελεί την απάντηση στον κατακερματισμό της οικογένειας και της κοινωνίας.
3. Εγκατάλειψη των ομαδικών μορφών μάθησης : Το τρίτο σενάριο περιγράφει το «τέλος» του παραδοσιακού σχολείου, όπου η διδασκαλία εξέρχεται από τη σχολική αίθουσα και ακολουθεί δρόμους ατομικής μάθησης. Η αίσθηση της ομάδας υποχωρεί κάτω από το βάρος ενός κυριαρχούντος ατομικισμού, που, αναπόφευκτα, οδηγεί στην εξατομίκευση της γνώσης.
Τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς το άνοιγμα του σχολείου στην κοινωνία, δηλαδή η προοπτική του δευτέρου σεναρίου, αποτελεί το κομβικό σημείο της εκπ/κής πολιτικής στη δημόσια συζήτηση για το σύγχρονο ρόλο και χαρακτήρα του εκπ/κού μας συστήματος. Μόνο η αναδιοργάνωση της υποχρεωτικής εκπ/σης στο πρότυπο του ανοιχτού στην κοινωνία σχολείου εγγυάται, με όρους κοινωνικής ισοτιμίας και διαφάνειας , την ουσιαστική συμμετοχή στο σχολείο και στη σχολική ζωή, στοιχεία που αποτελούν προϋπόθεση για την εξάσκηση του ατομικού δικαιώματος του κάθε πολίτη στην παιδεία και στη μόρφωση και γίνονται κεντρικό ζήτημα για το μέλλον των σύγχρονων κοινωνιών.
Κεντρικές πολιτικές επιλογές στις οποίες στηρίζεται η ιδέα του ανοιχτού σχολείου είναι η δημοκρατική συμμετοχή και η αποκέντρωση, παράγοντες που διασφαλίζουν την κοινωνική συναίνεση, που αποτελεί προϋπόθεση των μεγάλων τομών σε ένα πεδίο όπου η φύση των αντιπαρατιθέμενων επενδυμένων συμφερόντων προκαλεί έντονες κοινωνικές αντιπαραθέσεις, ενώ το εκπ/κό σύστημα συνδέεται πολύ καλύτερα με τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιφέρειας.
Βασικές συνιστώσες των πολιτικών αυτών αφορούν: 1)Στη λήψη αποφάσεων που σχετίζονται με τη λειτουργία των εκπ/κών μονάδων, αλλά και του προγράμματος σπουδών σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. 2) Στη διασφάλιση της διαφάνειας της λειτουργίας της εκπ/σης μέσω ενός αξιόπιστου συστήματος κοινωνικής λογοδοσίας. 3) Στις νέες παιδαγωγικές προσεγγίσεις που δίνουν έμφαση στη σύνδεση της γνώσης με τη ζωή, αλλά και στην ίδια τη διαδικασία της μάθησης. 4) Στη σύνδεση του περιεχομένου σπουδών με τις ανάγκες της κοινωνίας (τοπικής και ευρύτερης). 5) Στην προώθηση της ουσιαστικής κοινωνικής δικαιοσύνης μέσω της ποιότητας του εκπ/κού έργου.
Στο ΠΑΣΟΚ γνωρίζουμε πολύ καλά πως οι πολιτικές που στοχεύουν στο μέλλον, στοιχηματίζουν στη γνώση. Γι' αυτό και η δική μας κεντρική πρόταση στο κυβερνητικό πρόγραμμα που θα καταθέσουμε για να κερδίσουμε εκ νέου την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού είναι επένδυση στη γνώση, στους νέους, στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Ο Γ.Παπανδρέου για να σηματοδοτήσει με έμφαση την πορεία της πατρίδας μας προς την οικονομία της γνώσης δεσμεύτηκε, ήδη, ότι το 40% του 4ου Κ.Π.Σ. , αλλά και το «μέρισμα ειρήνης» που θα προκύψει από τη μείωση των εξοπλιστικών δαπανών θα κατευθυνθούν στην επίτευξη αυτού του στόχου. Αποτελεί εθνική αναγκαιότητα.